Κωστής Τσαρπαλής > Λοιπά άρθρα > Οι γιατροί μού κάθονται στο στομάχι

Οι γιατροί μού κάθονται στο στομάχι

«Στο πέρας του τελευταίου μου ταξιδιού…»

Σατιρικό αστυνομικό διήγημα,

της Κυριακής Γεροζήση


[Σημ.: Ένα σατιρικό αστυνομικό διήγημα, το οποίο η συγγραφέας πολύ ευγενικά μου έδωσε την άδεια να πρωτοεμφανιστεί στο site του ιατρείου. Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως, με ενημέρωσε ότι το κείμενο το είχε γράψει πριν με γνωρίσει. 🙂

Διαβάζεται με μια ανάσα σε λιγότερο από 5 λεπτά και είναι σκέτη απόλαυση. Για όλους όσους θέλουν να βγάλουν το άχτι τους με το κακώς εννοούμενο ιατρικό κατεστημένο και την ιατρική Αυθεντία.

Κωστής Τσαρπαλής]


Απεχθάνομαι τους γιατρούς, για να μην πω τους μισώ. Και τούτο δεν χρονολογείται από την εποχή της αποτυχίας μου να εισαχθώ στην Ιατρική σχολή. Πολύ πιο ενωρίς τους είχα βάλει στη μπούκα. Από τα παιδικά μου χρόνια. Από την εποχή των εμβολίων, τις επισκέψεις στο ιατρείο τους και τις ενέσεις στο σπίτι. Όταν επισκέφτηκα οδοντίατρο, η αποστροφή μου για τούτη τη φάρα μεγάλωσε. Εκτός από το φοβερό μαρτύριο του τροχού, είχα να αντιμετωπίσω τη φλυαρία της κυρίας και ιδιαίτερα τις ερωτήσεις της. Ρωτούσε κι απαντούσε μόνη της.

– Πονάς; Δεν πονάς, δεν είναι τίποτα.

Με το σαγόνι και τη γλώσσα απόλυτα ακινητοποιημένα, πώς να αντιδράσω; Έκανα απελπισμένα νοήματα με τα μάτια, της έριξα μερικές τσιμπιές, μια κλωτσιά αν θυμάμαι καλά, ανένδοτη εκείνη. Κάποτε με απελευθέρωσε και τότε της δήλωσα.

– Αποφάσισα να σε δολοφονήσω στην πρώτη σελίδα του μελλοντικού αστυνομικού μου έργου.

Η συγγραφή αστυνομικών τριγύριζε στο μυαλό μου από παλιά. Κάτι οι καθηγητές που μου έμπαιναν στη μύτη, κάτι οι φίλες που με αποκαλούσαν χοντρούλα, κάτι τα αγόρια που δεν γύριζαν να με κοιτάξουν, είχα κίνητρα και στόχους αρκετούς. Σιγά-σιγά ωρίμαζε μέσα μου η ιδέα και όταν αργότερα αναγκάστηκα να επισκεφτώ γαστρoεντερολόγο και γυναικολόγο, έθεσα το ερώτημα.

– Γιατί να περιοριστώ στη λογοτεχνία;

Στη συνέχεια, γνώρισα έναν καρδιολόγο, ωραιότατο, ελκυστικό ο οποίος παραλίγο να με αποσπάσει από τις φονικές σκέψεις μου για το σινάφι του αν και θα μπορούσε να είναι εκείνος η εξαίρεση στον κανόνα. Αλλά δεν ήταν. Βρήκε το σφυγμό μου πολύ υψηλό.

– Πρέπει να ρυθμίσουμε τους χτύπους της καρδιάς σου, μου είπε μ’ ένα γοητευτικό χαμόγελο, που τους ανέβασε στα ύψη. Και να χάσουμε και τα περιττά κιλάκια.

Έχασα 25 κιλά, έγινα συλφίδα, ωραιότατη φυσικά και παραμένω γοητευτική. Έχασα το κέφι μου όταν όλοι άρχισαν να με αποκαλούν σανίδα, τσίρο κι άλλα ευτράπελα και οι γονείς μου άρχισαν να με τρέχουν στους ειδικούς. Νευρική ανορεξία αποφάνθηκε ένας καθηγητής. Νευρολόγος ψυχίατρος ήταν ο τύπος, τι θα έλεγε; Τότε άρχισα να αντιμετωπίζω σοβαρά την περίπτωση να περάσω στην πράξη. Η αποτυχία μου στις εισαγωγικές της Ιατρικής, με προσανατόλισε στις θετικές επιστήμες. Καλύτερα, γιατί απεχθάνομαι τα αίματα. Στη φυσικομαθηματική λοιπόν, έγινα ειδική στα δηλητήρια, τις παρενέργειες και τις θανατηφόρες δόσεις σκευασμάτων, τις ηλεκτροπληξίες, τα ηλεκτροσόκ καθώς και στη συγκάλυψη ιχνών. Χωρίς να το έχω προγραμματίσει, τουλάχιστον συνειδητά, άρχισα να αποκλίνω από τον πρωταρχικό τομέα των σπουδών μου και κάποια στιγμή αφοσιώθηκα στη μελέτη προβλημάτων μεταβολισμού. Πώς βρέθηκα στην ομάδα των ειδικών της νευρικής ανορεξίας και βουλιμίας, ΜΕΝΕΥΡΑΒΟΥ, οι συνάδελφοι έλεγαν, ότι δεν το κατάλαβαν. Προσωπικά, δεν βλέπω το λόγο να χάνω χρόνο και να αναφέρομαι σε κονέ, βύσματα κι άλλους τρόπους τους οποίους χρησιμοποίησα καθώς οι υπόλοιποι τους γνώριζαν πολύ καλά, όλοι τους είχαν περπατήσει στα ίδια μονοπάτια.

Στη ΜΕΝΕΥΡΑΒΟΥ, βρέθηκα στο τέλειο περιβάλλον. Οχτώ στα δέκα μέλη ήταν γιατροί. Ενδοκρινολόγοι, καρδιολόγοι, νευρολόγοι, ψυχίατροι, γυναικολόγοι ακόμη κι ένας στοματολόγος με κάτι απίθανες θεωρίες την έννοια των οποίων δεν αντιλήφθηκα. Άνευ σημασίας. Το κύριο είναι ότι αποτελούσαν ένα μισητό σινάφι, που με περιφρονούσε.

– Το ταλαίπωρο, έλεγαν για μένα.

Ήταν κι αυτό ένα ερέθισμα και μια συνεχής υπενθύμιση της αποστολής που έπρεπε να εκπληρώσω.

Το ταλαίπωρο, θα σας απαλλάξει από τις ταλαιπωρίες του μάταιου τούτου κόσμου. Όσο τους σκεφτόμουν, ένα στυφό μειδίαμα, όπως αποκαλούν οι άλλοι το γοητευτικό μου χαμόγελο, καρφωνόταν στα ανύπαρκτα χείλη μου.

Θα άρχιζα από την πρόεδρο. Ποιος την τοποθέτησε σε τούτο το πόστο; Άγνωστο. Γνωστότατο ήταν το όνομά της, Αυθεντία. Έτσι αρεσκόταν να την αποκαλούν και καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρι, η κακομούτσουνη, με το ένα και ογδόντα πέντε ύψος και τα εκατόν είκοσι κιλά της, με την παντογνωσία και τις τελεσίδικες αποφάσεις της. Στην ουσία παθολόγος ήτανε και όχι παντογνώστης, πτυχιούχος ενός κατώτερου πανεπιστημίου με κάτι πασαλείμματα στο εξωτερικό για μικρά χρονικά διαστήματα. Μεταξύ μας, ποτέ δεν εξάσκησε το επάγγελμα. Έτρεχε από συνέδριο σε συνέδριο κι από τα κανάλια στους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Τις μελέτες και την έρευνα τις ανέθετε στους φοιτητές. Με ποια ιδιότητα είχε εκπαιδευόμενους φοιτητές δεν είναι της παρούσης. Ήταν μέλος λέει ενός ερευνητικού οργανισμού, άγνωστο ποιου. Δημιούργησε τελικά την ΜΕΝΕΥΡΑΒΟΥ κι έγινε πρόεδρός της.

Ακολουθούσε στη λίστα μου η βοηθός-γραμματέας της, μεγάλη γλείφτησα, οσφυοκάμπτης ολκής που έβγαζε το κόμπλεξ της στους πιο αδύναμους. Στην περίπτωσή μου, μπέρδεψε το αδύνατος με το αδύναμος και τούτο δεν θα της φέρει γούρι. Δεξί της χέρι, ένας ψυχίατρος, μεγάλος τρελάρας. Πλεονασμός θα μου πείτε. Όποιος έχει σώας τας φρένας δεν γίνεται ψυχίατρος. Γίνεται; Με κοιτούσε μ΄ εκείνο το ύφος ανωτερότητας και συγκατάβασης που μ’ έβγαζε από τα ρούχα μου. Ανήκα στην κατηγορία των ασθενών, ισχυριζόταν, πάνω στην οποία είχε κάνει το διδακτορικό του. Ποιο διδακτορικό, πού και πότε το απέκτησε; Μυστήριο! Μου φαίνεται θα τον βάλω πρώτο στη σειρά. Κολλητή του μια νευρολόγος, μια νευρασθενική σπασίκλας που έσπαζε τα νεύρα των πάντων εκτός του ψυχίατρου που μάλλον την είχε φιλενάδα. Σα γυναίκα δεν έλεγε τίποτα και φυσικά δεν θα περιαυτολογήσω, ούτε θα καταδεχτώ να τη συγκρίνω με τον εαυτό μου, αλλά με όποιον και να συγκρινόταν δεν έπιανε χαρτωσιά.

Δεν θα επεκταθώ στο θέμα των γυναικολόγων, οι οποίοι νομίζουν ότι οι γυναίκες τους μπερδεύουν με τους ψυχολόγους και γι` αυτό τους επισκέπτονται. Να τους πουν τον πόνο τους. Είναι δυνατόν να διανοηθεί γυναίκα που έχει τα λογικά της, ν’ ανέβει σε γυναικολογικό κρεβάτι για να πει τον πόνο της; Έλεος!

Το θέμα με τους καρδιολόγους ήταν μπλεγμένο. Ό,τι και να πρότεινε άλλος γιατρός, όποια αγωγή και θεραπεία, έβαζαν βέτο. «Αποκλείεται. Καταστρέφει τις αρτηρίες και την καρδιά σας!». Η πρότασή τους ήταν να μην τρως, να μην πίνεις, να μην καπνίζεις και να παίρνεις τα βουνά.

– Σύμφωνοι γιατρέ, αλλά δεν θα επιβιώσω!

– Πιθανόν, η καρδιά σας όμως θα παραμένει σε άριστη κατάσταση. Αυτό δεν είναι το ζητούμενο;

Τέλος πάντων, αφαιρούμαι, χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου, αποπροσανατολίζομαι. Επί του προκειμένου. Σε λίγες ημέρες έχουμε ολομέλεια στη ΜΕΝΕΥΡΑΒΟΥ. Θα είναι όλοι εκεί. Η κατάλληλη ευκαιρία. Διάλεξαν μάλιστα σημαδιακή ημέρα, Τρίτη και 13, ημέρα των γενεθλίων μου.

Από ποιόν ν’ αρχίσω τελικά; Είπα από την πρόεδρο, αλλά τι θα γίνει με τους υπόλοιπους; Κανείς τους δεν πρέπει να μου ξεφύγει. Τι να σκαρφιστώ; Το βρήκα! Θα τους φτιάξω γαλακτομπούρεκο. Λαίμαργοι όπως είναι όλοι τους, θα πέσουν με τα μούτρα. Θα βάλω τα δυνατά μου για την επιτυχία του γλυκού, θα διπλασιάσω τη δόση της ζάχαρης που θα κρύβει την πικρίλα της σκονίτσας μου και φυσικά κανένας δεν θα παραξενευτεί που δεν θα δοκιμάσω. Ποτέ δεν βάζω στο στόμα μου κάτι, παρουσία άλλων. Θα πιω νεράκι από το σφραγισμένο μπουκάλι που θα έχω μόνιμα μαζί μου και θα το διασκεδάσω.

Όλα έγιναν όπως τα προγραμμάτισα.

Αγόρασα από μια απομακρυσμένη συνοικία το δηλητήριο με συνταγή γιατρού από επαρχία, πώς τα κατάφερα δεν θα σας το αποκαλύψω, το πορτοφόλι μου να ‘ναι καλά. Έβαλα τα δυνατά μου για την επιτυχία του γλυκού, ντύθηκα με τα καλά μου και σεινάμενη-κουνάμενη εμφανίστηκα με το ταψί.

Παρόλη την αδημονία τους να δοκιμάσουν, κέρβερος εγώ, δεν το επέτρεψα ως το τέλος της διαδικασίας. Έκοψα η ίδια τα κομμάτια, τους άφησα να σερβιριστούν και πήγα στις τουαλέτες να πλύνω τα χέρια μου. Πρώτο σφάλμα. Το δεύτερο, μοιραίο, ήταν ότι άφησα το μπουκαλάκι με το νερό στο τραπέζι. Όταν επέστρεψα είχαν καταβροχθίσει το γλυκό. Πότε πρόλαβαν; Ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό μου. Παράξενο, χαμογελούσαν κι εκείνοι, όλοι τους, ακόμη και όσοι δεν είχαν ποτέ μειδιάσει στη ζωή τους. Τα χαμόγελά τους έγιναν πλατύτερα όταν άδειασα μονορούφι το μπουκαλάκι με το νερό, αναμένοντας τα αποτελέσματα. Δεν άργησαν.

Αισθάνθηκα φοβερούς πόνους στην κοιλιακή χώρα, τα πόδια μου έτρεμαν, διπλώθηκα στα δυο, άρχισα να βγάζω το περιεχόμενο του στομαχιού μου, σκέτη χολή. Έκλεισα τα μάτια.

Κανείς δεν πλησίασε να ρωτήσει τι έπαθα. Περίμεναν ώρα πολύ πριν καλέσουν τις πρώτες βοήθειες. Μου πήραν το σφυγμό, δυο διαφορετικές φωνές διαβεβαίωσαν «δεν τον βρίσκω», η γραμματέας τούς ενημέρωσε ότι η σύριγγα και η βελόνα μαζί με το άδειο μπουκάλι του νερού είχαν εξαφανιστεί στο σκουπιδοφάγο.

Δεν άκουσα ούτε τις σειρήνες του ασθενοφόρου, ούτε τις εξηγήσεις που έδωσαν στο νοσηλευτικό προσωπικό. Στο πέρας του τελευταίου μου ταξιδιού, ο Άγιος Πέτρος σχολίασε υπομειδιώντας ότι δεν πρέπει να υποτιμάμε τα τυχαία γεγονότα και με πληροφόρησε ότι ο γιατρός που μου έγραψε τη συνταγή, γκόμενος της προέδρου, γνώριζε πολύ καλά τα ονόματα και το ποιόν όλων των μελών της ΜΕΝΕΥΡΑΒΟΥ.

Κυριακή Γεροζήση

Η Κυριακή Γεροζήση γεννήθηκε στη Λάρισα όπου έζησε ως τα 18 της χρόνια, κατόπιν σπούδασε και εργάστηκε στην Αθήνα και το Παρίσι. Μετά τη συνταξιοδότησή της, επέστρεψε και κατοικεί στο Μαρούσι. Χημικός Αθηνών, διδάκτορας Βιοχημείας και Επιστημών Παρισιού, έχει πλούσιο επιστημονικό συγγραφικό-ερευνητικό έργο και πανεπιστημιακή διδακτική δραστηριότητα.

Λογοτεχνικά έργα (2005-2016): Αναδρομή στο χώρο και το χρόνοΝέα Υόρκη Παρίσι Βαγδάτη (Σύγχρονη Εποχή)Μαύρο και Κόκκινο της ΦωτιάςΚρασί με στρυχνίνη, Φάλτσο η Πορεία (Εντός),  Η Σκιά της Αλήθειας (Μ. Σιδέρη). Συμμετέχει στα αστυνομικά συλλογικά έργα Κλέφτες και Αστυνόμοι, 2013, και Ο Τόπος πρόδωσε τον Ένοχο, 2014.

(δημοσίευση με άδεια της συγγραφέως: January 2018)

Αφήστε μια απάντηση