Κωστής Τσαρπαλής > Ιατρική > Αντιεμβολιαστές: οι άνθρωποι που λατρεύουμε να μισούμε (και η ασυνέπειά μας στην ελευθερία επιλογής).

Αντιεμβολιαστές: οι άνθρωποι που λατρεύουμε να μισούμε (και η ασυνέπειά μας στην ελευθερία επιλογής).

Πριν λίγες ημέρες οι Έλληνες ήρθαν πιο κοντά καθώς βρήκαν (για άλλη μια φορά) έναν κοινό εχθρό για να βρίσουν/λοιδορήσουν. Τους αντιεμβολιαστές. Αφορμή αυτήν την φορά η ανακοίνωση του WHO για αύξηση κρουσμάτων ιλαράς εντός της Ευρώπης.

Δυστυχώς, η αντιμετώπιση τόσο του απλού κόσμου αλλά και (κυρίως) των ειδικών ιατρών προς όσους αμφισβητούν το όφελος του εμβολιασμού πραγματικά ξεπερνά εδώ και καιρό τα όρια ευπρέπειας αλλά και λογικής. Το γεγονός ότι τα επιστημονικά στοιχεία είναι υπέρ των υπέρμαχων του εμβολιασμού σε καμμία περίπτωση δεν δικαιολογεί τέτοια αντίδραση. Ειδικά αν στόχος είναι η ενημέρωση των αντιεμβολιαστών ώστε εν τέλει να επιλέξουν αυτό που η επιστήμη εξηγεί ως συμφερότερη επιλογή για όλους μας.

Από τους γλυκούς χαρακτηρισμούς των αντιεμβολιαστών ως «ηλίθιοι, βλάκες, ζώα, εγκληματίες» μέχρι την πρόταση να μπουν φυλακή ή να χάσουν την επιμέλεια των παιδιών τους λόγω κακοποίησης ανηλίκων ή έκθεσης των παιδιών τους αλλά και τρίτων σε κίνδυνο, το κοινό που έχουν οι αναρτήσεις αυτές δεν είναι μόνο το μένος τους, αλλά κυρίως το πόσο εντυπωσιακά δημοφιλείς γίνονται. Είναι πραγματικά ενδιαφέρον το πόσο πολύ αγαπάμε να μισούμε τους αντιεμβολιαστές, να τους το λέμε, και να συμφωνούμε μεταξύ μας για το τι ωραίος που είναι ο κόσμος μας, ένας κόσμος όπου τα facts (νομίζουμε ότι) επηρεάζουν την άποψή μας και όχι το αντίστροφο.

Προσωπικά, ξεκινώ με το δεδομένο ότι όλοι οι γονείς επιθυμούν το καλύτερο για τα παιδιά τους, είναι δηλαδή καλοπροαίρετοι. Αυτό είναι σημαντικό σημείο εκκίνησης, διότι αν πραγματικά το δεχτούμε, τότε νομίζω ότι θα είναι πολύ δύσκολο να παραφερθούμε και να φτάσουμε σε τέτοιες υπερβολές. Επιπλέον, θα ήταν χρήσιμο να κατανοήσουμε ότι το επιχείρημα ότι οι πράξεις κάποιου επηρεάζουν και άλλους ισχύει όχι μόνο για τον εμβολιασμό αλλά και για (σχεδόν) οποιαδήποτε επιλογή. Μάλιστα για κάποιες επιλογές πολύ περισσότερο από ό,τι για τα εμβόλια. Είναι γνωστό (βλ. τις πρωτότυπες μελέτες του Καθηγητή Νικόλα Χρηστάκη από το Harvard) ότι αν ο φίλος μου καπνίζει αυξάνεται η πιθανότητα να καπνίσει το παιδί μου, αν στο παιδικό πάρτυ προσφέρεται junk food αυξάνεται η πιθανότητα να τρώει junk και να παχύνει το παιδί μου, ακόμη κι ότι αν στον κύκλο μου κάποιος έχει υπέρταση ή διαβήτη (που σχετίζονται άμεσα με επιλογές τρόπου ζωής), αυξάνεται η πιθανότητα να εμφανίσω το ίδιο εγώ ή κάποιος στην οικογένειά μου. Υπό αυτήν την οπτική, στις κοινωνίες που ζούμε, καμμία μας επιλογή δεν είναι ελεύθερη πιθανών επιδράσεων σε κάποιον άλλον, και έτσι (σχεδόν) όλες οι δραστηριότητες/επιλογές έχουν (κάποια) χαρακτηριστικά λοιμωδών νόσων στον τρόπο που διαδίδονται. Ο εμβολιασμός λοιπόν δεν είναι η ειδική περίπτωση όπως πολλοί θέλουν να πιστεύουν, αλλά απλώς η τυπική περίπτωση. Συνεπώς είναι λάθος να τον αντιμετωπίζουμε ως ξεχωριστό θέμα που χρειάζεται ιδιαίτερη νομοθέτηση.

Ναι, αλλά στις άλλες επιλογές έχεις δυνατότητα προστασίας, λένε πολλοί. Μπορείς π.χ. να απαγορεύσεις στο παιδί σου το junk food στο πάρτυ. Φυσικά, αυτή η άποψη αγνοεί την διαφορά μεταξύ του ατόμου και του πληθυσμού και επίσης αγνοεί βασικές έννοιες πιθανοτήτων. Πράγματι, μπορεί κάποιος να απαγορεύσει στο παιδί του να φάει το burger του πάρτυ. Με πολύ κόπο και οργάνωση όμως. Με ενεργή προσπάθεια δηλαδή (για παράδειγμα θα πρέπει να έχει σκεφτεί τι θα φάει εναλλακτικά το παιδί για να μην πεινάσει αλλά και πώς το παιδί δεν θα νιώσει αποκλεισμένο). Θα πρέπει δηλαδή να υπερβεί κάποια εμπόδια. Συνεπώς, η πιθανότητα να αρνηθούν το προσφερόμενο φαγητό όλοι οι γονείς μαζί είναι απλά μηδενική. Συνεπώς, κάποια παιδιά θα φάνε κάτι ανθυγιεινό και η ιδέα ότι υπάρχει τρόπος προστασίας όλων τους από την ατομική πρωτοβουλία των γονιών είναι απλώς ψευδαίσθηση. Μήπως θα έπρεπε να είναι το junk food παράνομο στα παιδικά πάρτυ και όποιοι γονείς το προσφέρουν να έχουν ποινικές ευθύνες όπως προτείνεται από κάποιους για τους αντιεμβολιαστές γονείς; Δεν υπάρχει εδώ μία έλλειψη λογικής συνέπειας;

Κι όσοι σπεύσουν να σκεφτούν ότι «έ, καλά, δεν έγινε και κάτι με λίγο junk food μία στο τόσο, ενώ με μία λοίμωξη υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την υγεία των παιδιών», πάλι καλό είναι να καταφύγει κανείς στους αριθμούς. Και αυτοί λένε ότι σε συνθήκες όπου υπάρχει ανοσία της αγέλης (όπως ισχύει για τις περισσότερες παιδικές λοιμώξεις στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες), ο κίνδυνος για την υγεία των παιδιών από μία ενδεχόμενη λοίμωξη από τον μη εμβολιασμό τους είναι πολύ μικρός. Και σίγουρα πολύ μικρότερος σε σχέση με άλλες επιλογές μας όπως αν τα παιδιά έχουν γεννηθεί με φυσιολογικό τοκετό ή καισαρική, αν έχουν θηλάσει αποκλειστικά και μακροπρόθεσμα ή όχι, αν (έχουν εκπαιδευτεί να) τρέφονται υγιεινά ή όχι, αν έχουν συστηματική κίνηση στην καθημερινότητά τους ή όχι. Κι αυτό άλλωστε οφείλεται ακριβώς στην αποτελεσματικότητα των εμβολίων αλλά και στην διαχρονική αποδοχή τους από τον πληθυσμό.

Ας δούμε λοιπόν τους σχετικούς αριθμούς πίσω από την ανακοίνωση που ξεσήκωσε τόσες επιθετικές αντιδράσεις. Η πραγματική «είδηση» έχει ως εξής:

Ο WHO εξέδωσε ανακοίνωση στις 28 Μαρτίου για καταγραφή αυξημένων περιστατικών ιλαράς εντός της Ευρώπης. Στην ανακοίνωση σημειώνεται ότι τα περιστατικά έφτασαν τα 559 για τον μήνα Ιανουάριο, με τα 474 (85%) να καταγράφονται σε 7 από τις 14 Χώρες υψηλού κινδύνου. Ειδικά στην Ρουμανία, από τον Ιανουάριο του 2016 μέχρι τις 10 Μαρτίου του 2017, έχουν σημειωθεί 17 θάνατοι, κυρίως σε περιοχές με χαμηλή εμβολιαστική κάλυψη. Η Ελλάδα είναι μία από τις Χώρες με μηδέν περιστατικά, με εμβολιαστική κάλυψη 97% για το 2015 στα παιδιά 13-24 μηνών. Ας τονιστεί εδώ ότι ειδικά για την ιλαρά απαιτείται πολύ μεγάλο ποσοστό κάλυψης για να αποτραπεί κάποια ενδημία, συγκεκριμένα >95% πληθυσμιακή κάλυψη με την 2η δόση του εμβολίου. Από δημοσίευση του ΚΕΕΛΠΝΟ, μαθαίνουμε ότι για την δεκαετία 2004-2014 στην Ελλάδα δηλώθηκαν 838 κρούσματα ιλαράς (>500 κατά την επιδημία του 2006), με τελική έκβαση την ίαση για όλα τα κρούσματα (μηδέν θάνατοι).

Αυτή (θα έπρεπε να) είναι η είδηση, και τίποτε άλλο. Είναι απορίας άξιο πώς κάποιος με βάση τα παραπάνω νιώθει ότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει είναι να επιτεθεί στους τρελλούς αντιεμβολιαστές. Πράγματι, από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην Ελλάδα ο πληθυσμός ακολουθεί σε εντυπωσιακά μεγάλο ποσοστό τον συνιστώμενο εμβολιασμό (τουλάχιστον για την ιλαρά). Ενδεικτικά, έχουμε μεγαλύτερη κάλυψη (στοιχεία 2015) από χώρες όπως η Αυστραλία, το Βέλγιο, ο Καναδάς, η Κύπρος, η Δανία, η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ελβετία, κ.ά., και παρόμοια κάλυψη με Χώρες όπως η Γερμανία και η Φινλανδία. Δεδομένου του ότι το δημόσιο πρωτοβάθμιο σύστημα υγείας στην Χώρα μας είναι υπανάπτυκτο, αυτό δείχνει μία εντυπωσιακά ενεργή προσπάθεια τόσο των γονιών όσο και των (ιδιωτών κυρίως) επαγγελματιών υγείας που παρακολουθούν τα παιδιά τους.

Αν μη τι άλλο, σε αυτό το παράδειγμα βλέπει κανείς μία Ελλάδα που πρωτοστατεί στην αποδοχή των επιστημονικών δεδομένων από την συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού. Κι αυτό σε καιρό οικονομικής κρίσης όπου πολλοί γονείς αναγκάζονται να καλύπτουν ιδιωτικά τα εμβόλια, αν θέλουν να κάνουν γρήγορα και αποτελεσματικά την δουλειά τους, αλλά και με τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες να είναι εν δυνάμει ευκολότεροι στόχοι από ό,τι παλαιότερα (βλ. ευκολότερη διάδοση ιδεών όπως «μας ψεκάζουν», κ.ά.). Αν μη τι άλλο, η παραπάνω είδηση θα έπρεπε να είναι ένα παράδειγμα για να αισθανθούμε πιο όμορφα σε μία εποχή που τα θετικά νέα για την χώρα μας σπανίζουν.

Επιπλέον, τα κρούσματα στις άλλες χώρες (με χαμηλότερη κάλυψη) είναι μία καλή αφορμή να υπενθυμίσει κανείς την αξία του εμβολιασμού και να ενημερώσει νέους ή μέλλοντες γονείς έγκυρα. Σίγουρα όμως, δεν δικαιολογείται σε καμμία περίπτωση, με αφορμή το παραπάνω να λοιδορούμε αυτό το ελάχιστο τμήμα του πληθυσμού το οποίο υποτίθεται θέλουμε να ενημερώσουμε/πείσουμε. Μόνο αν μπει κανείς σε καλοπροαίρετο διάλογο με αυτό το (ελάχιστο από ό,τι φαίνεται) τμήμα του πληθυσμού θα μπορέσει η όποια προσπάθειά του να είναι αποτελεσματική (αν υποθέσουμε ότι αυτό θέλει να κάνει). Υβριστικοί χαρακτηρισμοί και προτάσεις για ποινικοποίηση και φυλάκιση δεν είναι μόνο ανέφικτες αλλά και ανεδαφικές καθώς διώχνουν από το τραπέζι του διαλόγου αυτούς που υποτίθεται θέλει κανείς να πείσει.

Ο εμβολιασμός είναι ένα τυπικό παράδειγμα όπου η κρατική (αλλά και η ιδιωτική) παρέμβαση πρέπει να προσπαθεί να πείσει με επιχειρήματα και ενημέρωση αφήνοντας την ίδια στιγμή την τελική επιλογή ελεύθερη στους γονείς. Και βέβαια όχι μόνο γιατί αυτό είναι το πιο αποτελεσματικό σε πρακτικό επίπεδο. Αλλά και γιατί αυτό είναι το σωστό ηθικά. Στο βαθμό που θεωρούμε λογικό ότι δεν μπορούμε να παρέμβουμε στην επιλογή του τι θα φας σήμερα, παρ’ όλο που ξέρουμε ότι αν επιλέξεις να φας junk επηρεάζεις αρνητικά – έστω και λίγο – την δική μου προσπάθεια τα παιδιά μου να φάνε υγιεινά, και παρά τις στρεβλές κρατικές επιδοτήσεις που εξ ορισμού παρεμβαίνουν στις επιλογές μας (αλλιώτικα δεν θα είχαν λόγο ύπαρξης), πώς φαντάζεται κανείς ότι θα μπορεί να παρέμβει στο θέμα των εμβολίων, εκτός από την πειθώ; Γιατί, τα junk foods αν θέλει κανείς απλώς τα απαγορεύει και κανείς δεν μπορεί να τα βρει. Τον εμβολιασμό όμως πώς τον επιβάλλεις; Πώς επιβάλλεις μία ιατρική παρέμβαση στο σώμα ενός και κάθε παιδιού σε όλην την επικράτεια αν όχι με την πειθώ; Και εκτός από τους γονείς και τα παιδιά, θα πρέπει κανείς να είναι έτοιμος να αναγκάσει και τους ιατρούς να προβούν σε μία ιατρική πράξη παρά την θέληση των κηδεμόνων των παιδιών. Πόσο πιθανό είναι αυτό σε περίοδο ανοσίας της αγέλης, αλλά και πόσο δεοντολογικά σωστό είναι από την μεριά των ιατρών αν το κάνουν;

Προφανώς, δεν θέλω να δώσω έμφαση στα πρακτικά θέματα, αλλά στα ηθικά θέματα που προκύπτουν από αυτές τις πρακτικές ιδιαιτερότητες του εμβολιασμού. Εκτός κι αν φαντάζεται κανείς ότι αν καταφέρουμε να αναγκάσουμε τον όποιο σκεπτικό γονιό – παρά την θέλησή του – να εμβολιάσει το παιδί του (π.χ. για να αποφύγει την φυλακή), αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας κάνει υπερήφανους ως κοινωνία. Ή μήπως θα πρέπει να μας κάνει περήφανους η ιδέα ότι αν κάποιος γονιός επιμείνει στην άρνησή του, τότε το παιδί θα πρέπει να μεγαλώσει χωρίς τους γονείς του; Γιατί τέτοιες προτάσεις ακούγονται πολύ συχνά στον δημόσιο διάλογο δυστυχώς. Κι αν ναι, τότε γιατί να μην ισχύσει το ίδιο και με ο,τιδήποτε άλλο είναι επιβλαβές (φτάνει απλά να αποδειχθεί ότι αυξάνει την πιθανότητα να το κάνουν/ακολουθήσουν και κάποιοι από αυτούς που ακόμη δεν το κάνουν, κάτι που και πάλι εξ ορισμού ισχύει). Απαγόρευση αλκοόλ, καπνίσματος, καισαρικής για μη ιατρικούς λόγους, μη αποκλειστικού θηλασμού εκεί όπου δεν υπάρχει ιατρική αντένδειξη, ανθυγιεινών τροφίμων, και ό,τι άλλο σκεφτεί κανείς. Αν θέλουμε ένα κράτος που παρεμβαίνει όχι μόνο εκπαιδευτικά αλλά και νομοθετικά για το καλό όλων, τότε γιατί να σταματήσουμε στα εμβόλια που θα έχουν, από ό,τι φαίνεται από τους αριθμούς, και τον μικρότερο θετικό αντίκτυπο; Ας το κάνουμε σωστά και χωρίς λογική ασυνέπεια. Και μετά ας αναρωτηθούμε σοβαρά ποια είναι η άποψή μας για την ελευθερία επιλογής των πολιτών. Κι ας σκεφτούμε αν αυτή είναι μία κοινωνία που θα θέλαμε να ζούμε εμείς και να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας.

Η πραγματικότητα είναι ότι δεν υπάρχει καμμία καλύτερη εναλλακτική για την προστασία του πληθυσμού από την έμφαση στην έγκυρη και καλοπροαίρετη ενημέρωση και εκπαίδευση. Και όσο πιο δύσπιστος είναι κανείς στην ενημέρωση αυτή τόσο η ενημέρωση πρέπει να ενταθεί και οι όποιες αμφιβολίες να (ξανα)απαντηθούν μέσα από καλοπροαίρετο διάλογο.

Tender loving care, αυτή είναι η λύση. Και μέσα από μία τέτοια διαδικασία όλοι μας μόνο όφελος θα έχουμε.

[Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην σελίδα του ιατρείου στο facebook στις 9 Απριλίου 2017.]

© Kostis Tsarpalis, April 2017

Αφήστε μια απάντηση